Πέθανε ξεχασμένη μόλις 52 ετών η σπουδαία λαϊκή τραγουδίστρια με τις αμέτρητες επιτυχίες – Στο 1ο σχόλιο
Στον χώρο του ελληνικού τραγουδιού, όπως άλλωστε και σε πολλούς άλλους τομείς, η επιτυχία, η δόξα, τα χρήματα και η υστεροφημία δεν συνοδεύουν πάντοτε εκεί
Στον χώρο του ελληνικού τραγουδιού, όπως άλλωστε και σε πολλούς άλλους τομείς, η επιτυχία, η δόξα, τα χρήματα και η υστεροφημία δεν συνοδεύουν πάντοτε εκείνους που διαθέτουν το μεγαλύτερο ταλέντο. Υπήρξαν καλλιτέχνες που γνώρισαν τεράστια αναγνώριση, χωρίς να ξεχωρίζουν ιδιαίτερα, αλλά και άλλοι που, παρά τις ξεχωριστές ικανότητές τους, δεν κατάφεραν να λάβουν την αναγνώριση που τους άξιζε.
Ανάμεσα στις δεύτερες περιπτώσεις συγκαταλέγεται, κατά την άποψή μας, η Βούλα Πάλλα, μια σπουδαία τραγουδίστρια με χαρακτηριστική και εξαιρετικά εκφραστική φωνή, η οποία άφησε το δικό της αποτύπωμα στο ελληνικό λαϊκό τραγούδι.
Παρά τη σημαντική πορεία της, δεν υπάρχουν πολλές συγκεντρωμένες πληροφορίες για τη ζωή και την καριέρα της στο διαδίκτυο. Η αναζήτηση στοιχείων για την τραγουδίστρια αποκαλύπτει μια διαδρομή γεμάτη δυσκολίες, επιτυχίες, προσωπικές επιλογές, αλλά και χαμένες ευκαιρίες.
Η Βούλα Πάλλα συνδέθηκε ιδιαίτερα με τα λεγόμενα «ινδοπρεπή τραγούδια», ένα μουσικό φαινόμενο που προκάλεσε έντονες αντιπαραθέσεις μεταξύ κορυφαίων Ελλήνων συνθετών τη δεκαετία του 1960. Το ζήτημα αφορούσε το κατά πόσο ορισμένες ελληνικές επιτυχίες αποτελούσαν αντιγραφές ή διασκευές ινδικών συνθέσεων, μια συζήτηση που έφερε στο προσκήνιο διαφορετικές απόψεις για την αυθεντικότητα και τις επιρροές στη λαϊκή μουσική.
Τα δύσκολα παιδικά χρόνια, η απώλεια του πατέρα και η πρώτη επαφή με το τραγούδι
Η Βούλα Πάλλα γεννήθηκε στις 29 Μαρτίου 1929 στον Κόρφο Κορινθίας και το βαφτιστικό της όνομα ήταν Παρασκευή. Πατέρας της ήταν ο Παναγιώτης Πάλλας, μαραθωνοδρόμος και κωπηλάτης, ενώ μητέρα της ήταν η Ευαγγελία Παπαδοπούλου. Είχε επίσης μία αδελφή, τη Φωτεινή.
Η παιδική της ηλικία σημαδεύτηκε από μια μεγάλη απώλεια. Το 1932, όταν η ίδια ήταν μόλις τριών ετών, ο πατέρας της πέθανε σε ηλικία μόλις 29 ετών. Η ορφάνια επηρέασε βαθιά τη ζωή της οικογένειας, με τη φροντίδα τους να αναλαμβάνει ο αδελφός της γιαγιάς της από την πλευρά της μητέρας της, ο οποίος εργαζόταν ως δικηγόρος.
Λίγα χρόνια αργότερα, όταν η Βούλα ήταν περίπου εννέα ή δέκα ετών, παρουσιάστηκε μια οικογένεια από τις Σέρρες που εξέφρασε την επιθυμία να αναλάβει την ανατροφή είτε της ίδιας είτε της αδελφής της, χωρίς να προχωρήσει σε υιοθεσία. Η μητέρα της αποφάσισε να δώσει τη μικρή Βούλα στην οικογένεια, ελπίζοντας ότι θα είχε καλύτερες συνθήκες ζωής.
Η πραγματικότητα, ωστόσο, αποδείχθηκε διαφορετική. Σύμφωνα με τις πληροφορίες για τη ζωή της, η οικογένεια δεν ενδιαφερόταν πραγματικά να τη μεγαλώσει, αλλά την ήθελε κυρίως για να εκτελεί τις δουλειές του σπιτιού. Έτσι, η Βούλα επέστρεψε τελικά στους δικούς της ανθρώπους.
Για περίπου τρία χρόνια έμεινε στη Στιμάγκα Νεμέας, όπου ο θείος της εργαζόταν ως δασοφύλακας. Στη συνέχεια, γράφτηκε ως οικότροφος στη Σχολή Καλογραιών στον Πειραιά. Η φοίτησή της, όμως, διακόπηκε απότομα εξαιτίας του πολέμου, όταν η πρώτη βόμβα που έπεσε στην περιοχή έβαλε άδοξο τέλος σε αυτή την προσπάθεια.
Η Βούλα επέστρεψε στον Κόρφο και άρχισε να ασχολείται με αγροτικές εργασίες. Παράλληλα, άρχισε να γίνεται εμφανές το ιδιαίτερο ταλέντο της στο τραγούδι.
Ο πατέρας της μητέρας της ήταν ιερέας και η ίδια συνήθιζε να πηγαίνει στην εκκλησία και να ψάλλει. Με αυτόν τον τρόπο ήρθε, χωρίς να το συνειδητοποιεί, σε επαφή με τη βυζαντινή μουσική. Στο σπίτι τραγουδούσε δημοτικά τραγούδια, ενώ δεν έχανε την ευκαιρία να ερμηνεύει αγαπημένες μελωδίες και σε τοπικά πανηγύρια.
Αυτές οι πρώτες εμπειρίες αποτέλεσαν τη βάση για τη μετέπειτα πορεία της, αν και ο δρόμος προς τη δισκογραφία δεν ήταν καθόλου εύκολος.
Ο γάμος, η ζωή στην Αθήνα και η πρώτη απογοήτευση από τη δισκογραφία
Το 1951, η Βούλα Πάλλα παντρεύτηκε στην Αθήνα τον Μιχάλη Πρωτόπαππα, ο οποίος καταγόταν από την Ύδρα. Ο γάμος της εξηγεί γιατί σε αρκετά τραγούδια για τα οποία έγραψε τους στίχους ή και τη μουσική εμφανίζεται με το όνομα Παρασκευή Πρωτόπαππα.
Το ζευγάρι απέκτησε δύο γιους, τον Κώστα και τον Πάνο, ενώ μαζί τους στον Βοτανικό ζούσαν και η μητέρα και η αδελφή της τραγουδίστριας.
Ο σύζυγός της διατηρούσε κατάστημα πώλησης ελαστικών αυτοκινήτων στην οδό Χαλκοκονδύλη. Αργότερα, το ζευγάρι άνοιξε και δεύτερο κατάστημα, τη λειτουργία του οποίου ανέλαβε η Βούλα. Η αδελφή της φρόντιζε το πρώτο κατάστημα ελαστικών, ενώ ο Μιχάλης Πρωτόπαππας προχώρησε παράλληλα στο άνοιγμα πρατηρίου βενζίνης.
Παρά τις οικογενειακές και επαγγελματικές υποχρεώσεις της, η αγάπη της για το τραγούδι παρέμενε ισχυρή.
Στα τέλη της δεκαετίας του 1950, άκουσε στο ραδιόφωνο ότι όποιος επιθυμούσε μπορούσε να πάει στο εργοστάσιο της Columbia και, καταβάλλοντας 30.000 δραχμές, να ηχογραφήσει έναν δίσκο με τη φωνή του. Με την παρότρυνση και της μητέρας της, αποφάσισε να δοκιμάσει την τύχη της.
Όταν οι άνθρωποι της Columbia την άκουσαν να τραγουδά, εντυπωσιάστηκαν τόσο ώστε να τη ρωτήσουν: «Γιατί να μας πληρώσεις αντί να σε πληρώνουμε;». Μάλιστα, τη σύστησαν σε έναν παραγωγό, από τον οποίο η Βούλα περίμενε να κάνει το πρώτο ουσιαστικό βήμα στη δισκογραφία.
Ωστόσο, σύμφωνα με τις σχετικές αναφορές, ο παραγωγός τής ζήτησε «ανταλλάγματα» προκειμένου να προχωρήσει στην ηχογράφηση. Η τραγουδίστρια αρνήθηκε και απογοητεύτηκε τόσο πολύ από αυτή την εμπειρία, ώστε αποφάσισε να εγκαταλείψει την προσπάθειά της να ασχοληθεί με τη δισκογραφία.
Η απόφαση αυτή, όμως, δεν έμελλε να είναι οριστική.
Η συνάντηση με τον Στέλιο Χρυσίνη και η είσοδος στην RCA-Victor
Ένα βράδυ, η Βούλα Πάλλα πήγε με την παρέα της σε μια ταβέρνα στον Άγιο Μελέτη, για να διασκεδάσουν. Εκεί έπαιζε κιθάρα ο Στέλιος Χρυσίνης, ένας τυφλός μουσικός που είχε αποκτήσει φήμη και ως κυνηγός ταλέντων.
Όταν ο Χρυσίνης πλησίασε το τραπέζι της παρέας, η Βούλα τραγούδησε και εκείνος εντυπωσιάστηκε αμέσως από τη φωνή της. Η ίδια, ωστόσο, του μίλησε για την απογοήτευση που είχε βιώσει στην πρώτη επαφή της με τη δισκογραφία.
Ο μουσικός τής εξήγησε ότι σε λίγες ημέρες επρόκειτο να ανοίξει στην Ελλάδα παράρτημα της δισκογραφικής εταιρείας RCA-Victor και της πρότεινε να συναντήσει τον διευθυντή της, Γιώργο Ορφανίδη, τον οποίο περιέγραφε ως εξαιρετικό άνθρωπο.
Η Βούλα ακολούθησε τη συμβουλή του και ήρθε σε επαφή με την εταιρεία. Αυτό που ζήτησε ήταν να αισθάνεται άνετα στον χώρο εργασίας της, λέγοντας ότι ήθελε να μπαίνει στην εταιρεία και να νιώθει σαν να μπαίνει στο σπίτι της.
Ο Στέλιος Χρυσίνης και ο Γιώργος Ορφανίδης, από την πλευρά τους, την αντιμετώπισαν ως τραγουδίστρια δίσκων και της συνέστησαν να μην εμφανίζεται σε νυχτερινά κέντρα διασκέδασης.
Η πρώτη της ηχογράφηση στην RCA έγινε μαζί με το Τρίο Ατενέ και αφορούσε το σατιρικό τραγούδι «Το Καλαθάκι». Το συγκεκριμένο είδος, ωστόσο, δεν ταίριαζε ιδιαίτερα στις φωνητικές δυνατότητες και στις καλλιτεχνικές της επιθυμίες.
Στη συνέχεια στράφηκε στο δημοτικό τραγούδι και ερμήνευσε το «Μαντίλι Καλαματιανό» το 1960. Τα επόμενα χρόνια συνέχισε να ηχογραφεί δημοτικά τραγούδια, αλλά αισθανόταν ότι ούτε αυτή η κατεύθυνση την εξέφραζε ολοκληρωτικά.
Έτσι, αποφάσισε να ζητήσει από τους παραγωγούς της RCA, τον Γκι Ζιρό και τον Άκη Λιμούρη, να της επιτρέψουν να ερμηνεύσει λαϊκά τραγούδια. Ο Ζιρό ήταν αντίθετος στην πρότασή της.
Η Βούλα αντέδρασε με τον δικό της τρόπο: απείχε από την εταιρεία για έναν ολόκληρο χρόνο, περιμένοντας να λήξει το συμβόλαιό της.
Τα πρώτα «ινδοπρεπή» τραγούδια και η συμφωνία με την RCA
Μετά την απομάκρυνσή της από την RCA, η Βούλα Πάλλα ηχογράφησε ορισμένα τραγούδια στην εταιρεία ΝΙΝΑ. Ανάμεσά τους βρισκόταν και το «Αγάπη τόσο όμορφη», το πρώτο από τα τραγούδια που την έφεραν κοντά στο ινδικό μουσικό ρεπερτόριο.
Ο Γιώργος Ορφανίδης την αναζήτησε και της πρότεινε να επιστρέψει στην RCA. Η απάντησή της ήταν ξεκάθαρη: θα δεχόταν να επιστρέψει μόνο εφόσον της δινόταν η δυνατότητα να τραγουδά λαϊκή μουσική.
Ο Ορφανίδης απόρησε και τη ρώτησε αν πίστευε πραγματικά ότι θα μπορούσε να γνωρίσει επιτυχία στο λαϊκό τραγούδι. «Ναι, το πιστεύω», του απάντησε εκείνη.
Καθώς οι παραγωγοί της εταιρείας δεν ήταν πρόθυμοι να της παραχωρήσουν τους δικούς τους μουσικούς για τις ηχογραφήσεις, η τραγουδίστρια δήλωσε ότι θα αναλάμβανε η ίδια το κόστος των μουσικών που θα τη συνόδευαν.
Τελικά, οι δύο πλευρές κατέληξαν σε συμφωνία και υπέγραψαν συμβόλαιο που της εξασφάλιζε πολύ υψηλά ποσοστά από τις πωλήσεις των δίσκων, μεγαλύτερα ακόμη και από εκείνα που λάμβαναν καταξιωμένοι συνάδελφοί της εκείνη την εποχή.
Με συνεργάτες τον σπουδαίο δεξιοτέχνη του μπουζουκιού και συνθέτη Στέλιο Ζαφειρίου, τον σημαντικό ακορντεονίστα Λάζαρο Κουλαξίζη και άλλους μουσικούς, ηχογράφησε δύο από τα πρώτα τραγούδια της που αποτελούσαν διασκευές ινδικών συνθέσεων: το «Γύρισε πάλι κοντά μου» και το «Αγάπη μου».
Το χαρακτηριστικό «Αχ!» που ακούγεται στην αρχή του τραγουδιού «Γύρισε πάλι κοντά μου» ανέδειξε τη μοναδική χροιά της φωνής της και εντυπωσίασε τόσο το κοινό όσο και τον Γιώργο Ορφανίδη. Ο δίσκος σημείωσε σημαντικές πωλήσεις και ο διευθυντής της RCA τής ζήτησε να συνεχίσει να ερμηνεύει παρόμοια τραγούδια.
Έτσι, η Βούλα Πάλλα άρχισε να ηχογραφεί διασκευές ινδικών τραγουδιών του μεγάλου συνθέτη Ali Naushad, σε συνεργασία με τον Νάκη Πετρίδη. Παρότι οι μελωδίες προέρχονταν από το ινδικό μουσικό ρεπερτόριο, η ερμηνεία της είχε τη δική της προσωπική σφραγίδα.
Οι μεγάλες επιτυχίες, οι προσωπικές δημιουργίες και οι συνεργασίες
Το 1965 αποτέλεσε χρονιά-σταθμό για τη Βούλα Πάλλα, καθώς γνώρισε μεγάλη επιτυχία με τα τραγούδια «Η Παντρεμένη», γνωστό και ως «Σήμερα Πήρα Είδηση», και «Συγχώρα με».
Στην «Παντρεμένη» είχε γράψει τόσο τους στίχους όσο και τη μουσική, ενώ το ίδιο ίσχυε και για το «Συγχώρα με». Σε ορισμένες πηγές, ωστόσο, ως στιχουργός του δεύτερου τραγουδιού αναφέρεται ο Κώστας Καρουσάκης.
Οι επιτυχίες της διαδέχονταν η μία την άλλη και πολλά από τα τραγούδια που ερμήνευε ήταν δικές της δημιουργίες. Η Πάλλα δεν ήταν, επομένως, μόνο μια χαρακτηριστική φωνή, αλλά και μια καλλιτέχνιδα με δημιουργική συμμετοχή στη μουσική και στους στίχους των τραγουδιών της.
Παράλληλα, ερμήνευσε τραγούδια σημαντικών δημιουργών. Ανάμεσά τους ήταν το «Αθώο Φιλί», σε μουσική του Χρήστου Νικολόπουλου και στίχους του Πυθαγόρα, καθώς και το «Μ’ Άφησες ένα Δειλινό», σε μουσική του Θόδωρου Δερβενιώτη και στίχους του Γ. Σαμολαδά.
Ιδιαίτερη θέση στην πορεία της είχαν δύο τραγούδια του μεγάλου συνθέτη Γιάννη Μαρκόπουλου, ο οποίος, σύμφωνα με τις σχετικές αναφορές, ζήτησε να τα ερμηνεύσει η Βούλα Πάλλα, επιλέγοντάς την ανάμεσα στις τραγουδίστριες της RCA.
Επρόκειτο για τα τραγούδια «Απάνω στο Τιμόνι» και «Γύρισε Ξανά», με στίχους του σημαντικού φιλολόγου και ποιητή Κώστα Γεωργουσόπουλου.
Τραγούδια της ακούστηκαν επίσης στις ταινίες «Βάνα», «Χωρισμός» και «Γιατί με πρόδωσες», διευρύνοντας την παρουσία της πέρα από τη δισκογραφία.
Το 1967-1968 γνώρισε ακόμη μία μεγάλη επιτυχία με την ερμηνεία του παραδοσιακού τραγουδιού «Μαύρα μάτια στο ποτήρι», το οποίο είχε τραγουδήσει παλαιότερα ο Τάκης Καρναβάς.
Εκείνη την περίοδο εμφανίστηκε για πρώτη φορά και στην τηλεόραση. Συγκεκριμένα, τραγούδησε ζωντανά στην εκπομπή του Όμηρου Αθηναίου, στην τότε ΥΕΝΕΔ, σε μια από τις σπάνιες τηλεοπτικές εμφανίσεις της.
Γιατί απέφευγε τα νυχτερινά κέντρα και οι εμφανίσεις στο εξωτερικό
Παρά τη δημοτικότητα που είχαν αποκτήσει τα τραγούδια της, η Βούλα Πάλλα δεν επιθυμούσε να εμφανίζεται συχνά σε νυχτερινά κέντρα. Οι προτάσεις που δεχόταν ήταν πολλές, ωστόσο το περιβάλλον αυτών των χώρων δεν ταίριαζε στην ιδιοσυγκρασία της.
Το 1970 αποφάσισε τελικά να δοκιμάσει την εμπειρία των ζωντανών εμφανίσεων, όχι όμως στην Ελλάδα, αλλά στον Καναδά.
Η αρχή έγινε στο Τορόντο, στο κέντρο «Λίντο Πλάκα», και ακολούθησαν εμφανίσεις στο Μόντρεαλ, στη Νέα Υόρκη και στη συνέχεια στην Αυστραλία, με σταθμούς το Σίδνεϊ και τη Μελβούρνη.
Οι Έλληνες και οι Κύπριοι ομογενείς την υποδέχονταν με ενθουσιασμό και την αποθέωναν σε κάθε εμφάνισή της.
Η εικόνα στην Ελλάδα ήταν εντελώς διαφορετική. Παρά την επιτυχία της και την ανταπόκριση του κοινού, η Βούλα Πάλλα πραγματοποίησε λιγότερες από 20 ζωντανές εμφανίσεις σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη.
Η περιορισμένη παρουσία της στα νυχτερινά κέντρα δεν οφειλόταν, σύμφωνα με τις σχετικές αναφορές, στην έλλειψη απήχησης, αλλά στο γεγονός ότι το συγκεκριμένο περιβάλλον δεν ταίριαζε στον χαρακτήρα της. Έτσι, ενώ στο εξωτερικό γνώριζε θερμή υποδοχή, στην Ελλάδα παρέμενε μακριά από τη συστηματική ζωντανή παρουσία που θα μπορούσε να ενισχύσει ακόμη περισσότερο τη δημοτικότητά της.
Η μεταφορά στην Polygram, οι τελευταίοι δίσκοι και η περιπέτεια της υγείας της
Την περίοδο 1969-1970, η RCA πουλήθηκε στην Polygram και οι καλλιτέχνες της μεταφέρθηκαν στη νέα εταιρεία.
Η Βούλα Πάλλα, ωστόσο, φαίνεται πως δεν προωθήθηκε ιδιαίτερα από την Polygram, πιθανότατα λόγω των υψηλών ποσοστών που προέβλεπε το συμβόλαιό της. Στη νέα δισκογραφική στέγη ηχογράφησε μόνο ένα LP με δημοτικά τραγούδια, τα οποία είχαν διασκευαστεί για σύγχρονα όργανα. Στις ενορχηστρώσεις χρησιμοποιήθηκαν, μεταξύ άλλων, ηλεκτρική κιθάρα και παραδοσιακά μουσικά όργανα.
Το 1974 κυκλοφόρησε στην εταιρεία ZODIAC του Αλέκου Πατσιφά το LP «14 Λαϊκά Κεντήματα». Τρία χρόνια αργότερα, το 1977, ακολούθησε το άλμπουμ «Τραγούδια της Ζωής μου».
Ο τελευταίος δίσκος της κυκλοφόρησε το 1979 με τίτλο «Γη Ποτισμένη με Ιδρώτα, Mother India» και περιλάμβανε διασκευές συνθέσεων του Ali Naushad, ενός δημιουργού με τον οποίο είχε συνδεθεί σημαντικό μέρος της δισκογραφικής της πορείας.
Παράλληλα με τις επαγγελματικές δυσκολίες, η τραγουδίστρια αντιμετώπιζε και σοβαρά προβλήματα υγείας. Αν και, σύμφωνα με τις διαθέσιμες πληροφορίες, δεν έκανε καταχρήσεις, είχε εύθραυστη υγεία και είχε υποβληθεί σε 15 διαφορετικές χειρουργικές επεμβάσεις.
Το 1979 διαγνώστηκε με καρκίνο του παχέος εντέρου. Το καλοκαίρι του 1980 ταξίδεψε στις Ηνωμένες Πολιτείες και νοσηλεύτηκε για ένα διάστημα στο νοσοκομείο Mount Sinai.
Πριν από τη νοσηλεία της, ωστόσο, φρόντισε να εκπληρώσει μία τελευταία επιθυμία της: να τραγουδήσει για τους Έλληνες ομογενείς στο κέντρο «Τσολιάς».
Η επιθυμία αυτή συνδεόταν με τη βαθιά σχέση που είχε αναπτύξει με το κοινό της ομογένειας, το οποίο την είχε υποδεχθεί με ενθουσιασμό στις εμφανίσεις της στο εξωτερικό.
Τα τραγούδια που άφησε πίσω της και ο πρόωρος θάνατός της
Το ρεπερτόριο της Βούλας Πάλλα περιλαμβάνει πολλά ακόμη τραγούδια, πέρα από τις μεγαλύτερες επιτυχίες που συνδέθηκαν με το όνομά της.
Ανάμεσά τους βρίσκονται τα «Γλυκιά μου αγάπη», σε σύνθεση του Ali Naushad και στίχους του Κώστα Καρουσάκη, και «Καρδιολόγος», γνωστό και ως «Θέλω άπονη καρδιά», με μουσική του Νάκη Πετρίδη και στίχους που αποδίδονται στην Π. Πρωτόπαππα, δηλαδή στη Βούλα Πάλλα.
Στη δισκογραφία της περιλαμβάνεται επίσης το «Μοιάζω μ’ ένα δέντρο μαραμένο», σε μουσική του Λ. Μπουρνέλη και στίχους της ίδιας, καθώς και το «Σαν πουλί κυνηγημένο», που αποδίδεται στον S. Mohinder ως προς τη μουσική και στη Βούλα Πάλλα ως προς τους στίχους, με την τελευταία απόδοση να μην είναι απολύτως βέβαιη.
Ένα ακόμη τραγούδι που ερμήνευσε ήταν το «Τι θα γίνω», το οποίο τραγούδησε εξαιρετικά και η Χρυσούλα Χριστοπούλου στον πρώτο δίσκο των Ζιγκ-Ζαγκ, το 1986.
Στα τραγούδια της συγκαταλέγεται και το «Το ταξίδι της ζωής», σε στίχους της Μαρίας Ρηγοπούλου, μαζί με πολλές ακόμη ηχογραφήσεις που συμπληρώνουν τη μουσική παρακαταθήκη της.
Η Βούλα Πάλλα πέθανε την Πέμπτη 28 Αυγούστου 1980, στην κλινική «Καλός Σαμαρείτης» στην Αθήνα. Η κηδεία της πραγματοποιήθηκε στον τόπο καταγωγής της, τον Κόρφο Κορινθίας.
Την επόμενη ημέρα, οι εφημερίδες αφιέρωσαν λίγες μόνο γραμμές στον θάνατό της. «Πέθανε χθες η ερμηνεύτρια ινδικών τραγουδιών Βούλα Πάλλα», ήταν ο χαρακτηριστικός τίτλος που δημοσιεύτηκε σε εφημερίδες όπως η «Βραδυνή» και η «Πρωινή Ελευθεροτυπία».
Η σύντομη αυτή αναφορά αποτύπωνε με έναν τρόπο και το πρόβλημα της υστεροφημίας της. Η Βούλα Πάλλα δεν ήταν απλώς μια τραγουδίστρια που ερμήνευε ινδικές μελωδίες. Ήταν μια ξεχωριστή γυναικεία φωνή του ελληνικού τραγουδιού, η οποία διέθετε και δημιουργικό ταλέντο, αλλά δεν αξιοποιήθηκε όσο θα μπορούσε και δεν ερμήνευσε, σύμφωνα με την άποψη του συντάκτη του αρχικού κειμένου, τα μεγάλα τραγούδια που θα ήταν σε θέση να απογειώσουν ακόμη περισσότερο την πορεία της.
Τα «ινδοπρεπή» τραγούδια και η μεγάλη διαμάχη των Ελλήνων συνθετών
Η σύνδεση της Βούλας Πάλλα με τα «ινδοπρεπή τραγούδια» οδηγεί σε μία από τις πιο ενδιαφέρουσες μουσικές αντιπαραθέσεις της δεκαετίας του 1960.
Η ίδια ερμήνευσε πολλές συνθέσεις Ινδών δημιουργών, κυρίως του Ali Naushad, χωρίς να αρνηθεί ποτέ την προέλευσή τους. Αντίθετα, φρόντιζε να αναγράφονται στους δίσκους τα ονόματα των συνθετών.
Την ίδια περίοδο, όμως, είχε αναπτυχθεί έντονη συζήτηση για τραγούδια Ινδών δημιουργών που κυκλοφορούσαν στην Ελλάδα, είτε αυτούσια είτε διασκευασμένα, με ελληνικούς στίχους. Σε αρκετές περιπτώσεις, σύμφωνα με τις καταγγελίες που διατυπώθηκαν τότε, οι μελωδίες παρουσιάζονταν ως ελληνικές δημιουργίες, χωρίς να αναγνωρίζεται η αρχική τους προέλευση.
Η εξάπλωση του φαινομένου συνδέθηκε με την επιτυχία του ινδικού κινηματογράφου στη χώρα μας. Το 1960 προβλήθηκε η ταινία «Γη Ποτισμένη με Ιδρώτα», με πρωταγωνίστρια τη Ναργκίς, η οποία γνώρισε τεράστια επιτυχία και συγκέντρωσε πλήθος θεατών στις κινηματογραφικές αίθουσες.
Ο εισαγωγέας της ταινίας, Γιώργος Χαραλαμπίδης, είχε αναφέρει μάλιστα ότι πραγματοποιήθηκε ειδική προβολή για τον Κωνσταντίνο Καραμανλή στον κινηματογράφο «Άστυ».
Τα επόμενα χρόνια προβλήθηκαν στην Ελλάδα 111 ινδικές ταινίες, πολλές από τις οποίες περιλάμβαναν τραγούδια που γίνονταν ιδιαίτερα δημοφιλή.
Σύμφωνα με τις σχετικές μαρτυρίες, ορισμένοι Έλληνες συνθέτες πήγαιναν στις κινηματογραφικές προβολές έχοντας μαζί τους μαγνητόφωνο και ηχογραφούσαν τις ινδικές μελωδίες. Στη συνέχεια, τις ηχογραφούσαν ξανά με Έλληνες μουσικούς, αντικαθιστούσαν τους αρχικούς στίχους με ελληνικούς και επιχειρούσαν να τις κυκλοφορήσουν μέσω δισκογραφικών εταιρειών.
Ο αξέχαστος Γιάννης Παπαϊωάννου, στην αυτοβιογραφία του, περιέγραψε περιστατικό κατά το οποίο δύο συνθέτες φέρονται να πήραν την ίδια ινδική μουσική, να πρόσθεσαν διαφορετικούς στίχους και να οδηγήθηκαν σε στούντιο δισκογραφικής εταιρείας για να ηχογραφήσουν τα τραγούδια τους. Εκεί, όμως, έγινε αντιληπτό ότι είχαν χρησιμοποιήσει την ίδια μελωδία.
Ο Βασίλης Τσιτσάνης αναφέρθηκε σε παρόμοιο περιστατικό, στο οποίο, σύμφωνα με τη δική του αφήγηση, εμπλέκονταν τρεις συνθέτες. Οι ιστορίες αυτές, όπως σημειώνεται στο αρχικό δημοσίευμα, δεν δημοσιοποιήθηκαν τότε ευρύτερα.
Η επίθεση του Τσιτσάνη και οι απαντήσεις Δερβενιώτη και Καλδάρα
Ο πιο έντονος επικριτής των συνθετών που κατηγορούνταν ότι αντέγραφαν ξένες μελωδίες ήταν ο Βασίλης Τσιτσάνης.
Σε σειρά συνεντεύξεών του στο περιοδικό «Ντομινό», το 1967, διατύπωσε ιδιαίτερα σκληρές κατηγορίες για την κατάσταση που επικρατούσε στη λαϊκή μουσική.
«Τα 9/10 των Ελλήνων συνθέτων λαϊκής μουσικής αντιγράφουν σήμερα τις μελωδίες τους. Αντιγράφουν όλα τα μοτίβα που ακούνε: ινδικά, αιγυπτιακά, τούρκικα, κινέζικα. Αλήθεια, τώρα αντιγράφουν και τα κινέζικα», είχε δηλώσει χαρακτηριστικά.
Οι τοποθετήσεις του προκάλεσαν αντιδράσεις και οδήγησαν σε δημόσια αντιπαράθεση με άλλους σημαντικούς συνθέτες της εποχής.
Στις 20 Οκτωβρίου 1967, μέσα από τις σελίδες του ίδιου περιοδικού, απάντησαν ο Θόδωρος Δερβενιώτης και ο Απόστολος Καλδάρας.
Ο Δερβενιώτης υποστήριξε ότι το λαϊκό τραγούδι, όπως και το δημοτικό, βασίζεται στη βυζαντινή μουσική. Κατά την άποψή του, αυτή η μουσική παράδοση χρησιμοποιείται και από άλλους λαούς, όπως οι Άραβες, οι Τούρκοι, οι Ινδοί και οι Ισπανοί, γεγονός που εξηγεί ορισμένες ομοιότητες ανάμεσα στις μουσικές τους.
Ο Απόστολος Καλδάρας, από την πλευρά του, χαρακτήρισε τις κατηγορίες του Τσιτσάνη ανεύθυνες. Υποστήριξε ότι ο συνάδελφός του, επειδή αδυνατούσε να «παλέψει στον καλλιτεχνικό στίβο», κατέφευγε σε αναλήθειες και δημιουργούσε θόρυβο. Παράλληλα, ανέφερε ότι το λαϊκό τραγούδι είχε φτάσει στην Ελλάδα με τους πρόσφυγες από τη Μικρά Ασία.
Τα δημοσιεύματα προκάλεσαν μεγάλη αίσθηση και οι αναγνώστες του περιοδικού χωρίστηκαν σε δύο στρατόπεδα.
Ανάμεσα στους υποστηρικτές του Τσιτσάνη βρισκόταν ο συνθέτης Μπάμπης Δαλιάνης, ο οποίος πρότεινε μάλιστα οι δημιουργοί να υπογράφουν υπεύθυνες δηλώσεις για τα έργα τους, ώστε να διασφαλίζεται η προέλευση των συνθέσεων.
Υπήρχαν, όμως, και διαφορετικές απόψεις. Ο συνθέτης Νίκος Καρανικόλας υποστήριξε ότι οι δισκογραφικές εταιρείες ζητούσαν «τούρκικα, αράπικα και ινδικά τραγούδια» και κατηγόρησε και ο ίδιος τον Τσιτσάνη για αντιγραφές.
Η νέα επίθεση του Τσιτσάνη και τα τραγούδια του Καλδάρα
Ο Βασίλης Τσιτσάνης επανήλθε στο ζήτημα στο τεύχος του «Ντομινό» της 1ης Δεκεμβρίου 1967, συνεχίζοντας την αντιπαράθεσή του με τον Απόστολο Καλδάρα.
Σε ιδιαίτερα αιχμηρό ύφος, χαρακτήρισε τον συνθέτη «την αλεπού της ερήμου των Ινδιών, της Αραβίας και όλης της γης».
Παράλληλα, παρέθεσε συγκεκριμένα τραγούδια του Καλδάρα, υποστηρίζοντας ότι οι συνθέσεις τους προέρχονταν από Ινδούς, Άραβες και άλλους ξένους δημιουργούς. Στην ίδια αναφορά περιλαμβάνονταν και οι πωλήσεις των δίσκων, όπως τις παρουσίαζε ο Τσιτσάνης.
Τα τραγούδια που ανέφερε ήταν τα εξής:
«Όσο αξίζεις εσύ», με 70.000 πωλήσεις δίσκων.
«Πριν μου φύγεις γλυκιά μου», με 60.000 πωλήσεις.
«Μην περιμένεις πια!», με 50.000 πωλήσεις.
«Στην Παναγιά ορκίστηκα», με 20.000 πωλήσεις.
«Όση γλύκα έχουνε τα χείλη σου», με 70.000 πωλήσεις.
«Όχι, όχι μη με παρατάς!», με 70.000 πωλήσεις.
«Θέλεις μ’ αγαπάς, θέλεις με μισείς», με 50.000 πωλήσεις.
«Ποιος σου ’πε κούκλα μου ποιος είν’ αυτός», με 60.000 πωλήσεις.
Το ζήτημα εξετάστηκε και σε μεταγενέστερη έρευνα των Ελένης Αμπατζή και Μανουήλ Τασούλα, η οποία παρουσιάστηκε στο βιβλίο τους «Ινδοπρεπών Αποκάλυψη».
Σύμφωνα με όσα αναφέρονται στο σχετικό έργο, η έρευνά τους κατέληξε στο συμπέρασμα ότι τουλάχιστον πέντε από τα οκτώ τραγούδια που είχε παραθέσει ο Τσιτσάνης παρουσιάζουν ομοιότητες με προγενέστερες ινδικές συνθέσεις.
Η συζήτηση για τις επιρροές του ινδικού κινηματογράφου στην ελληνική μουσική, αλλά και για τις σχέσεις ελληνικών τραγουδιών με ινδικές, αραβικές και άλλες μουσικές παραδόσεις, παραμένει ένα ευρύ πεδίο ιστορικής και μουσικολογικής έρευνας.
Η ιστορία της Βούλας Πάλλα συνδέεται άμεσα με αυτή την περίοδο, χωρίς όμως να εξαντλείται σε αυτή. Η ιδιαίτερη φωνή της, οι προσωπικές της δημιουργίες, οι επιτυχίες της και η πορεία της από τα δύσκολα παιδικά χρόνια μέχρι τις ηχογραφήσεις και τις εμφανίσεις στο εξωτερικό συνθέτουν το πορτρέτο μιας καλλιτέχνιδας που άφησε σημαντικό έργο.
Παρά τον πρόωρο θάνατό της, στις 28 Αυγούστου 1980, η μουσική της διαδρομή παραμένει ένα ενδιαφέρον κεφάλαιο στην ιστορία του ελληνικού τραγουδιού. Και η αναδρομή στη ζωή της υπενθυμίζει ότι η καλλιτεχνική αξία δεν αποτυπώνεται πάντοτε στην έκταση της προβολής ή στην αναγνώριση που λαμβάνει ένας δημιουργός όσο βρίσκεται εν ζωή.
Πέθανε ξεχασμένη στο σπίτι της στους Αγίους Αναργύρους η μεγάλη γυναικεία φωνή
Σαν τραγουδούσε με το λαϊκό ηχόχρωμα της φωνής της και το αυστηρό παρουσιαστικό της το ανέμελο «Δεν μπορεί κανείς να ξέρει» του Μάνου Χατζιδάκι, στο
Πέθανε ο ηθοποιός Νίκος Καλογερόπουλος: Η μεγάλη καριέρα και η πορεία που άφησε ιστορία στην ελληνική υποκριτική
Σε ηλικία 74 ετών έφυγε από τη ζωή ο Νίκος Καλογερόπουλος, ένας πολυπράγμων καλλιτέχνης που άφησε το δικό του αποτύπωμα ως ηθοποιός, σκηνοθέτης,
Θλίψη σε ολόκληρη τη χώρα: Πέθανε ο σπουδαίος Νίκος Καλογερόπουλος – Ο ρόλος στη «Λούφα και Παραλλαγή» που έγραψε ιστορία
Θλίψη στον καλλιτεχνικό κόσμο προκαλεί η είδηση του θανάτου του Νίκου Καλογερόπουλου. Ο σπουδαίος ηθοποιός, σκηνοθέτης, σεναριογράφος, ποιητής και τραγουδο
Ελένη Μενεγάκη: Έβγαλε ανακοίνωση η ταβέρνα της Τασίας στην Κεφαλονιά μετά την επίσκεψή της – Γιατί και τι αναφέρει
Στην Κεφαλονιά βρέθηκε για τις καλοκαιρινές της διακοπές η Ελένη Μενεγάκη, περνώντας όμορφες και ξέγνοιαστες στιγμές μακριά από την καθημερινότητα.
Το αποκάλυψε ο Δήμος Βερύκιος για Κουτσελίνη – Αντωνά: «Δεν είπατε την πραγματική αιτία! Το Ζηνάκι έλαβε θέση υπέρ της Φαίης»
Το αποκάλυψε ο Δήμος Βερύκιος για Κουτσελίνη – Αντωνά: «Δεν είπατε την πραγματική αιτία! Το Ζηνάκι έλαβε θέση υπέρ της Φαίης»
Ακολούθησε το Freddonews.eu στο Facebook για όλες τις τελευταίες ειδήσεις