Θέλετε να επανέλθει ο Αλέξης Τσίπρας ως πρωθυπουργός της Ελλάδας;

Ένα ερώτημα που μέχρι πριν από λίγα χρόνια θα έμοιαζε περισσότερο θεωρητικό βρίσκεται πλέον ξανά στο κέντρο της πολιτικής συζήτησης. Ο πρώην πρωθυπουργός

Θέλετε να επανέλθει ο Αλέξης Τσίπρας ως πρωθυπουργός της Ελλάδας;

Μπορεί ο Αλέξης Τσίπρας να επιστρέψει στο Μέγαρο Μαξίμου;

Ένα ερώτημα που μέχρι πριν από λίγα χρόνια θα έμοιαζε περισσότερο θεωρητικό βρίσκεται πλέον ξανά στο κέντρο της πολιτικής συζήτησης. Ο πρώην πρωθυπουργός επέστρεψε ενεργά στην πρώτη γραμμή της πολιτικής, τρία χρόνια μετά την αποχώρησή του από την ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ και αφού προηγουμένως είχε παραιτηθεί και από τη βουλευτική του έδρα.


Τον Μάιο του 2026 παρουσίασε τον νέο πολιτικό του φορέα, επιχειρώντας να ξαναμπεί στη μάχη όχι απλώς ως ένας πρώην πρωθυπουργός που σχολιάζει τις εξελίξεις, αλλά ως εν δυνάμει πρωταγωνιστής της επόμενης εκλογικής αναμέτρησης.

Η επιστροφή αυτή προκαλεί ήδη έντονες αντιδράσεις.

Για ένα μέρος της κοινωνίας ο Αλέξης Τσίπρας παραμένει ο πολιτικός που εξέφρασε όσο λίγοι την οργή των χρόνων της οικονομικής κρίσης, κατάφερε να ανατρέψει έναν ολόκληρο κομματικό χάρτη και έγινε πρωθυπουργός μόλις στα 40 του χρόνια.

Για ένα άλλο κομμάτι του εκλογικού σώματος, όμως, το όνομά του παραμένει άρρηκτα συνδεδεμένο με το ταραχώδες 2015, το δημοψήφισμα, τη σύγκρουση με τους Ευρωπαίους εταίρους, τους περιορισμούς στην κίνηση κεφαλαίων και τελικά την υπογραφή ενός τρίτου προγράμματος διάσωσης, παρά την αρχική αντιμνημονιακή ρητορική του.

Ακριβώς γι’ αυτό η πιθανότητα μιας νέας πρωθυπουργίας Τσίπρα δεν μπορεί να εξεταστεί μόνο με όρους συμπάθειας ή αντιπάθειας.

Το πραγματικό ερώτημα είναι διαφορετικό:

Έχει αλλάξει αρκετά ο Αλέξης Τσίπρας ώστε να πείσει τους ψηφοφόρους που τον εγκατέλειψαν ή μήπως η επιστροφή του θα ενεργοποιήσει ξανά όλες τις μνήμες που οδήγησαν στην εκλογική του ήττα;

Από το 3% στην πρωθυπουργία

Για να καταλάβει κανείς το πολιτικό μέγεθος του Αλέξη Τσίπρα, πρέπει να θυμηθεί πόσο γρήγορα εξελίχθηκε η πορεία του.

Ο ΣΥΡΙΖΑ για πολλά χρόνια αποτελούσε ένα μικρό κόμμα της ελληνικής Αριστεράς.

Η οικονομική κρίση, όμως, άλλαξε δραματικά το πολιτικό σκηνικό. Η κατάρρευση της εμπιστοσύνης προς τα κόμματα που είχαν κυριαρχήσει στη Μεταπολίτευση δημιούργησε έναν τεράστιο χώρο πολιτικής αμφισβήτησης.

Ο Τσίπρας κατάφερε να αξιοποιήσει αυτή τη συγκυρία.

Με βασικό μήνυμα την αντίθεση στις πολιτικές λιτότητας, ο ΣΥΡΙΖΑ μετατράπηκε μέσα σε λίγα χρόνια από μικρό κόμμα σε δύναμη εξουσίας.

Τον Ιανουάριο του 2015 ο Αλέξης Τσίπρας έγινε πρωθυπουργός.

Ήταν μια από τις εντυπωσιακότερες πολιτικές ανόδους στη σύγχρονη ελληνική ιστορία.

Το 2015 που εξακολουθεί να τον ακολουθεί

Το μεγαλύτερο πλεονέκτημα αλλά και το μεγαλύτερο πρόβλημα της σημερινής επιστροφής του είναι το ίδιο:

Ο κόσμος γνωρίζει ήδη τον Αλέξη Τσίπρα ως πρωθυπουργό.

Δεν είναι ένας καινούργιος πολιτικός που μπορεί να υποσχεθεί τι θα έκανε εάν κυβερνούσε.

Κυβέρνησε.

Και η πρώτη χρονιά της διακυβέρνησής του υπήρξε μία από τις πιο δραματικές περιόδους της ελληνικής οικονομικής κρίσης.

Η κυβέρνησή του προσπάθησε αρχικά να επαναδιαπραγματευτεί τους όρους του ελληνικού προγράμματος διάσωσης και συγκρούστηκε σκληρά με τους Ευρωπαίους πιστωτές.

Το καλοκαίρι του 2015 η χώρα οδηγήθηκε σε δημοψήφισμα και σε περιορισμούς στην κίνηση κεφαλαίων, ενώ τελικά η κυβέρνηση συμφώνησε σε νέο πρόγραμμα οικονομικής στήριξης και μέτρα λιτότητας. Η συγκεκριμένη μεταστροφή αποτέλεσε ένα από τα βασικότερα σημεία κριτικής εναντίον του Τσίπρα τόσο από πολιτικούς αντιπάλους όσο και από ανθρώπους που τον είχαν στηρίξει.

Και όμως, λίγους μήνες αργότερα, τον Σεπτέμβριο του 2015, κέρδισε ξανά τις εκλογές.

Αυτό αποτελεί και ένα από τα πολιτικά παράδοξα της διαδρομής του.

Παρά τις ανατροπές και τις τεράστιες πιέσεις εκείνης της περιόδου, ένα σημαντικό μέρος των ψηφοφόρων εξακολούθησε να τον εμπιστεύεται.

Η δεύτερη περίοδος διακυβέρνησης

Η κυβέρνηση Τσίπρα παρέμεινε στην εξουσία μέχρι το 2019.

Στο διάστημα αυτό η Ελλάδα ολοκλήρωσε το πρόγραμμα οικονομικής προσαρμογής το 2018, ενώ η κυβέρνηση προχώρησε επίσης στη Συμφωνία των Πρεσπών με τη Βόρεια Μακεδονία.

Και τα δύο γεγονότα αποτέλεσαν σημεία έντονης πολιτικής αντιπαράθεσης.

Υποστηρικτές του Τσίπρα θεωρούν ότι κατάφερε να οδηγήσει μια χώρα που βρισκόταν στο χείλος οικονομικής κατάρρευσης εκτός των προγραμμάτων διάσωσης.

Οι επικριτές του απαντούν ότι το τίμημα της περιόδου 2015-2019 ήταν μεγάλο και ότι η πολιτική του επιβάρυνε την οικονομία και τη μεσαία τάξη.

Αυτή η σύγκρουση ερμηνειών παραμένει μέχρι σήμερα.

Και είναι ίσως το μεγαλύτερο εμπόδιο που πρέπει να ξεπεράσει εάν επιθυμεί πραγματικά να διεκδικήσει ξανά την πρωθυπουργία.

Η ήττα του 2019 και η συντριβή του 2023

Το 2019 η Νέα Δημοκρατία υπό τον Κυριάκο Μητσοτάκη κέρδισε τις εκλογές και ο Αλέξης Τσίπρας πέρασε στην αντιπολίτευση.

Παρέμεινε, ωστόσο, πρόεδρος του ΣΥΡΙΖΑ και αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης για άλλα τέσσερα χρόνια.

Η καθοριστική στιγμή ήρθε το 2023.

Οι διαδοχικές εκλογικές ήττες και η μεγάλη διαφορά από τη Νέα Δημοκρατία τον οδήγησαν στην παραίτηση από την ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ.

Φαινόταν τότε ότι έκλεινε ένας μεγάλος πολιτικός κύκλος.

Ακολούθησε μια περίοδος κατά την οποία διατήρησε σχετικά χαμηλό δημόσιο προφίλ, την ώρα που ο ΣΥΡΙΖΑ περνούσε μια βαθιά εσωτερική κρίση, με αποχωρήσεις, διασπάσεις και αλλαγές ηγεσίας.

Το 2024 το ΠΑΣΟΚ πέρασε κοινοβουλευτικά τον ΣΥΡΙΖΑ και έγινε αξιωματική αντιπολίτευση, καθώς η πρώην κυβερνώσα παράταξη έχανε συνεχώς βουλευτές.

Η παραίτηση από τη Βουλή και το μήνυμα

Τον Οκτώβριο του 2025 ο Τσίπρας έκανε ακόμη μία κίνηση που προκάλεσε μεγάλη συζήτηση.

Παραιτήθηκε από τη βουλευτική του έδρα.

Δεν ανακοίνωσε τότε την αποχώρησή του από την πολιτική.

Το αντίθετο.

Η κίνηση ερμηνεύθηκε διεθνώς ως πιθανή προετοιμασία για την επιστροφή του με διαφορετικό πολιτικό όχημα. (Reuters)

Και τελικά αυτή η εκτίμηση επιβεβαιώθηκε.

Η μεγάλη επιστροφή του 2026

Την άνοιξη του 2026 ο πρώην πρωθυπουργός άρχισε να αποκαλύπτει ξεκάθαρα τις προθέσεις του.

Τον Απρίλιο είχε δηλώσει ότι το νέο εγχείρημα θα ήταν παρόν στην επόμενη εκλογική αναμέτρηση, ανεξάρτητα από το πότε αυτή θα πραγματοποιηθεί.

Και στις 26 Μαΐου ήρθε η επίσημη επιστροφή του.

Ο Αλέξης Τσίπρας παρουσίασε στην Αθήνα τη νέα πολιτική του παράταξη, επιχειρώντας να απευθυνθεί όχι μόνο στον παραδοσιακό χώρο της Αριστεράς αλλά σε ένα ευρύτερο ακροατήριο της Κεντροαριστεράς και των πολιτών που δηλώνουν απογοητευμένοι από τα υπάρχοντα κόμματα.

Στην ομιλία του έδωσε ιδιαίτερη έμφαση στην κοινωνική ανισότητα, στο κόστος ζωής, στη στέγαση, στην προστασία της εργασίας και στη λειτουργία των θεσμών.

Το πρώτο μεγάλο στοίχημα: Να δείξει ότι δεν είναι «ΣΥΡΙΖΑ 2»

Εδώ βρίσκεται ίσως το δυσκολότερο πολιτικό πρόβλημα του πρώην πρωθυπουργού.

Γιατί να δημιουργήσει κάποιος ένα νέο κόμμα εάν πρόκειται απλώς να ξαναδημιουργήσει το προηγούμενο;

Η επιτυχία ή αποτυχία της επιστροφής του θα κριθεί σε μεγάλο βαθμό από το κατά πόσο θα καταφέρει να παρουσιάσει ένα πραγματικά νέο πολιτικό σχήμα.

Η αντίληψη αυτή φαίνεται να βρίσκεται και πίσω από την προσπάθειά του να χρησιμοποιήσει τον όρο «συμπαράταξη» και να εμφανίσει τον νέο φορέα ως κάτι ευρύτερο από ένα κλασικό αριστερό κόμμα. (in.gr)

Αν οι ψηφοφόροι δουν απλώς τα ίδια πρόσωπα, τις ίδιες αντιπαραθέσεις και την ίδια πολιτική γλώσσα του παρελθόντος, το εγχείρημα κινδυνεύει να περιοριστεί.

Εάν αντίθετα καταφέρει να προσελκύσει νέα στελέχη, ανθρώπους από την κοινωνία και ψηφοφόρους που δεν αισθάνονται ότι εκπροσωπούνται σήμερα, τότε η δυναμική μπορεί να είναι διαφορετική.

Οι δημοσκοπήσεις δείχνουν ότι υπάρχει χώρος

Τα πρώτα δεδομένα μετά την επιστροφή του έχουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον.

Δημοσκόπηση που επικαλέστηκε το Reuters μετά την παρουσίαση του νέου κόμματος έδινε στη Νέα Δημοκρατία 26,1% και στον νέο φορέα του Τσίπρα 12,8%, μπροστά από το ΠΑΣΟΚ.

Λίγες εβδομάδες αργότερα, δημοσκόπηση της Metron Analysis που παρουσιάστηκε από το MEGA κατέγραφε τη Νέα Δημοκρατία στο 25%, τον νέο φορέα Τσίπρα στο 14,1%, το ΠΑΣΟΚ στο 9,4% και τον ΣΥΡΙΖΑ στο 1,2% στην πρόθεση ψήφου.

Οι δημοσκοπήσεις φυσικά δεν είναι εκλογές.

Δείχνουν όμως κάτι πολιτικά σημαντικό:

η επιστροφή Τσίπρα έχει δημιουργήσει ήδη μια υπολογίσιμη δεξαμενή ψηφοφόρων.

Και κυρίως φαίνεται να ασκεί πίεση στον κατακερματισμένο χώρο της Κεντροαριστεράς.

Το μεγάλο πλεονέκτημα: Είναι ήδη «πρωθυπουργήσιμος»

Σε αντίθεση με πολλούς αρχηγούς μικρότερων κομμάτων, ο Τσίπρας δεν χρειάζεται να πείσει τους πολίτες ότι μπορεί να σταθεί σε ένα πρωθυπουργικό γραφείο.

Το έχει ήδη κάνει.

Έχει συμμετάσχει σε Ευρωπαϊκά Συμβούλια, έχει διαπραγματευτεί με Ευρωπαίους ηγέτες, έχει διαχειριστεί οικονομικές και γεωπολιτικές κρίσεις και διαθέτει διεθνείς επαφές.

Για τους υποστηρικτές του αυτό αποτελεί σημαντικό προσόν.

Σε περιόδους πολιτικής αβεβαιότητας, η προηγούμενη κυβερνητική εμπειρία μπορεί να λειτουργήσει υπέρ ενός πολιτικού.

Το μεγάλο μειονέκτημα: Είναι ήδη «δοκιμασμένος»

Αλλά ακριβώς το ίδιο χαρακτηριστικό λειτουργεί και αντίστροφα.

Ο Τσίπρας δεν μπορεί να παρουσιαστεί ως άφθαρτος.

Έχει κυβερνήσει και επομένως υπάρχει συγκεκριμένο έργο που μπορεί να αξιολογηθεί.

Οι αντίπαλοί του έχουν ήδη δείξει ποια θα είναι βασική γραμμή της κριτικής τους: θα επαναφέρουν συνεχώς στη δημόσια συζήτηση την περίοδο του 2015 και τις αντιφάσεις της τότε κυβέρνησης.

Κυβερνητικά στελέχη έχουν ήδη επιχειρήσει να παρουσιάσουν τον νέο πολιτικό φορέα ως επανεμφάνιση του παλιού ΣΥΡΙΖΑ με διαφορετική ονομασία.

Επομένως ο Τσίπρας θα πρέπει να πετύχει κάτι δύσκολο: Nα αξιοποιήσει την κυβερνητική του εμπειρία χωρίς να εγκλωβιστεί στο κυβερνητικό του παρελθόν.

Γιατί η ηλικία μπορεί να λειτουργεί υπέρ του

Υπάρχει και ένας παράγοντας που συχνά υποτιμάται.

Ο Αλέξης Τσίπρας είναι σήμερα 51 ετών.

Για έναν πρώην πρωθυπουργό με τόσο μεγάλη πολιτική διαδρομή, πρόκειται για σχετικά νεαρή ηλικία.

Όταν εξελέγη για πρώτη φορά είχε μόλις κλείσει τα 40.

Αυτό σημαίνει ότι μπορεί να επιχειρήσει ένα πολιτικό αφήγημα «δεύτερης περιόδου», παρουσιάζοντας τον εαυτό του ως πιο έμπειρο από το 2015 αλλά ακόμη αρκετά νέο ώστε να διεκδικήσει πολλά χρόνια ενεργού πολιτικής παρουσίας.

Το πρόβλημα της Κεντροαριστεράς

Ίσως ο μεγαλύτερος σύμμαχος του Τσίπρα να μην είναι η δική του δημοφιλία.

Μπορεί να είναι η αδυναμία των αντιπάλων του στον χώρο της αντιπολίτευσης να δημιουργήσουν έναν ξεκάθαρο εναλλακτικό πόλο εξουσίας.

Η αποχώρηση Τσίπρα από την ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ ακολούθηθηκε από έντονη κρίση και διασπάσεις, ενώ το ΠΑΣΟΚ, παρότι έγινε αξιωματική αντιπολίτευση, δεν κατάφερε αμέσως να αποκτήσει την εκλογική δυναμική που θα το καθιστούσε σαφή αντίπαλο της Νέας Δημοκρατίας.

Ακριβώς σε αυτό το κενό επιχειρεί να μπει ο Τσίπρας.

Δεν χρειάζεται απαραίτητα να κερδίσει αμέσως τη Νέα Δημοκρατία.

Πρέπει πρώτα να κερδίσει τη μάχη της αντιπολίτευσης.

Να αποδείξει ότι ο δικός του φορέας είναι εκείνος που μπορεί να συγκεντρώσει τον κόσμο από την Αριστερά έως την Κεντροαριστερά και να μετατραπεί σε εναλλακτική πρόταση διακυβέρνησης.

Μπορεί πραγματικά να γίνει ξανά πρωθυπουργός;

Η απάντηση σήμερα δεν μπορεί να είναι ούτε κατηγορηματικά «ναι» ούτε κατηγορηματικά «όχι».

Τα σημερινά δημοσκοπικά δεδομένα δεν δείχνουν ότι βρίσκεται κοντά στην πρώτη θέση.

Δείχνουν όμως ότι η επιστροφή του έχει ήδη αναδιατάξει σημαντικό μέρος της αντιπολίτευσης.

Για να φτάσει ξανά στο Μέγαρο Μαξίμου θα πρέπει να κάνει πολύ περισσότερα από το να επανασυσπειρώσει όσους ψήφιζαν ΣΥΡΙΖΑ.

Θα πρέπει να κερδίσει ψηφοφόρους που τον εγκατέλειψαν.

Να προσελκύσει νεότερους πολίτες που ίσως δεν έχουν ισχυρή πολιτική ανάμνηση της διακυβέρνησης του 2015.

Να πείσει κεντρώους ψηφοφόρους ότι δεν αποτελεί επιστροφή στην πολιτική σύγκρουση της προηγούμενης δεκαετίας.

Και, κυρίως, να παρουσιάσει ένα πειστικό κυβερνητικό πρόγραμμα για τα σημερινά προβλήματα: ακρίβεια, στεγαστικό, μισθούς, υγεία, δημογραφικό, παραγωγικό μοντέλο, θεσμούς και εξωτερική πολιτική.

Το πραγματικό δίλημμα για τους πολίτες

Κάπως έτσι το ερώτημα «Θέλετε να επιστρέψει ο Αλέξης Τσίπρας ως πρωθυπουργός;» αποκτά μεγαλύτερο βάθος από ένα απλό «ναι» ή «όχι».

Για τους υποστηρικτές του, η επιστροφή του μπορεί να σημαίνει την επανεμφάνιση ενός ισχυρού αντιπολιτευτικού πόλου, με έναν πολιτικό που διαθέτει κυβερνητική και διεθνή εμπειρία.

Για τους επικριτές του, είναι η επιστροφή ενός πολιτικού που έχει ήδη κριθεί για τις επιλογές του ως πρωθυπουργός και κουβαλάει μαζί του τις αντιφάσεις και τα λάθη της περιόδου 2015-2019.

Για τους αναποφάσιστους, ίσως το ερώτημα να είναι πολύ πιο απλό:

Είναι ο Τσίπρας του 2026 πραγματικά διαφορετικός από τον Τσίπρα του 2015;

Αυτό είναι τελικά και το μεγαλύτερο στοίχημα της πολιτικής του επιστροφής.

Η δεύτερη ευκαιρία στην πολιτική δεν κερδίζεται επειδή κάποιος υπήρξε κάποτε πρωθυπουργός.

Κερδίζεται όταν καταφέρει να πείσει μια κοινωνία ότι έχει καταλάβει γιατί έχασε την πρώτη.